Ιστορική δισκάρα που αντικατέστησε το ρήμα "ακούω" όσον αφορά τη μουσική με το "βλέπω".
Το καλοκαίρι του 1845, ένα νεαρό ζευγάρι, η Μίριαμ Νάτιας και ο Τζόναθαν Λα’Φέι, φτάνουν σε ένα παλιό αρχοντικό που ο Τζόναθαν έχει κληρονομήσει. Το σπίτι στέκει απομονωμένο, σαν πληγή μέσα στο τοπίο, φορτωμένο με μνήμες που αρνούνται να σβήσουν. Στην πύλη τους υποδέχονται επτά καβαλάρηδες, μορφές περισσότερο όμοιες με προφήτες της καταστροφής παρά με ανθρώπους. Τους προειδοποιούν να μην μπουν ποτέ στο σπίτι, γιατί "το δεκαοκτώ θα γίνει εννέα". Εκείνοι, γράφουν στα αρχίδια τους τους οιωνούς και τις μαθηματικές προφητείες και περνούν το κατώφλι.
Την πρώτη κιόλας νύχτα, ο Τζόναθαν συναντά το φάντασμα της οικογένειας, τον Κόμη ντε Λα'Φέι, έναν πρόγονό του καταδικασμένο να περιπλανιέται στο σπίτι. Το πνεύμα τον οδηγεί σε μια σαρκοφάγο και του αποκαλύπτει το ταριχευμένο σώμα ενός νεκρού βρέφους, της Abigail. Του λέει ότι η Μίριαμ φέρει το πνεύμα της μέσα της και πως σύντομα θα ξαναγεννηθεί. Και απαιτεί από τον Τζόναθαν να σκοτώσει τη Μίριαμ για να αποτρέψει την επιστροφή της. Σε αυτό το σημείο ο Τζόναθαν αντιλαμβάνεται πως την επόμενη φορά που θα συναντήσει καβαλάρηδες-προφήτες, καλό είναι να ακούσει τι στον πούτσο έχουν να τον συμβουλεύσουν.
Το φάντασμα αφηγείται τότε την παλιά τραγωδία. Στις 7 Ιουλίου 1777 (παρείχε γίνει το κακό με τον σατανικό αριθμό 6, παίζουμε μπαλίτσα με το 7), ο Κόμης ανακάλυψε ότι η σύζυγός του τον είχε απατήσει και ήταν έγκυος με ξένο παιδί. Ο κόμης τα πήρες στο κρανίο και την έσπρωξε από τις σκάλες, σκοτώνοντάς την και προκαλώντας τον θάνατο του αγέννητου παιδιού. Το παιδί το ονόμασε Άμπιγκεϊλ και, αντί να το θάψει (ο μαλάκας), το ταρίχευσε και το έκλεισε σε σαρκοφάγο. Προφανώς αν το έθαβε δεν θα είχαμε πλοκή για το δίσκο, αλλά γιατί να μπει κάποιος σε διαδικασία ταρίχευσης. Χώρια το ερώτημα, πως διάολο γνώριζε πως να περατώσει μία ταρίχευση, κόμης ήταν όχι φαραώ.
Επιστρέφοντας στο 1845, το αρχοντικό αρχίζει να ζωντανεύει μπαίνοντας σε Conjuring mode. Καμπάνες χτυπούν, τα λουλούδια μαραίνονται, βρώμα και δυσοσμία γεμίζει τους διαδρόμους. Στην τραπεζαρία, το τραπέζι στρώνεται για τρεις. Μια άδεια κούνια αιωρείται στο δωμάτιο (hello Paranormal Activity). Και η Μίριαμ, που δεν ήταν έγκυος, αρχίζει να κυοφορεί με ρυθμό αφύσικα γρήγορο (μωρό Ρόζμαρι κανείς;).
Όταν ο Τζόναθαν την αντιμετωπίζει, η Άμπιγκεϊλ μιλά μέσα από αυτήν και παραδέχεται ότι την κατέχει. Τρομοκρατημένος, σκέφτεται να καλέσει ιερέα (θα είχε δει τον Εξορκιστή). Όμως η Μίριαμ, σε μια στιγμή διαύγειας, του ζητά να την σκοτώσει όπως ο Κόμης σκότωσε τη γυναίκα του και να την ρίξει από τις σκάλες. Ο Τζόναθαν βρίσκει την πρόταση καλή ιδέα και προσποιείται ότι υποκύπτει στο πνεύμα και πείθει την Άμπιγκεϊλ να κατέβουν στην κρύπτη για να "ξαναγεννηθεί" εκεί όπου πέθανε. Όμως, στην κορυφή της σκάλας, εκείνος χάνει την προσοχή του (μεγάλο γιωτόμπαλο) και η κατειλημμένη Μίριαμ τον σπρώχνει στο κενό.
Η Μίριαμ γεννά την Άμπιγκεϊλ και πεθαίνει λίγο μετά (η επιβίωση από τη γέννα ήταν φραγμένη από τις στοιχηματικές), με τα τελευταία της λόγια να χάνονται μπροστά στα "κίτρινα μάτια" του νεογέννητου (χανουμάκι). Το φάντασμά της, λένε, ακούγεται κάθε Ιούλιο να ουρλιάζει στις σκάλες (ακόμη μία χρονιά χωρίς τίτλο).
Οι επτά καβαλάρηδες επιστρέφουν και βρίσκουν το παιδί μέσα στη σαρκοφάγο, να τρώει κάτι φρικτό που υπονοείται ότι καταβροχθίζει το ίδιο του το προηγούμενο σώμα. Τρομοκρατημένοι, την παίρνουν μακριά και την θάβουν σε ένα κρυφό παρεκκλήσι στο δάσος, καρφώνοντας επτά ασημένια καρφιά στο σώμα της, ελπίζοντας να σπάσουν για πάντα τον κύκλο της επιστροφής.
Έτσι κλείνει το σκοτεινό χρονικό της Άμπιγκεϊλ, μια ιστορία για αμαρτία, εκδίκηση και μετενσάρκωση, όπως την αφηγείται η τεράστια φωνή του King Diamond, ένα παραμύθι για ενήλικες, όπου το κακό δεν πεθαίνει ποτέ, απλώς περιμένει να ξαναγεννηθεί.

No comments:
Post a Comment