Απολαμβάνω τις χαρντροκιές των Gotthard και συνεχίζω το μεγαλείο φιλοσοφικής παπαρολογίας, από την ηλικία που το χέβι μέταλ δεν είχε εισχωρήσει ή εισροήσει στη ζωή μου.
Τα έξι χρόνια του Δημοτικού θεωρούνται, λένε, τα καλύτερα της παιδικής ηλικίας. Η διατύπωση είναι βολική, κρύβει μέσα της μια συλλογική ανάγκη να ωραιοποιούμε την προετοιμασία πριν την πτώση. Το παιδί είναι αρκετά μεγάλο ώστε να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και αρκετά μικρό ώστε να μην έχει ακόμα λογαριασμό από αυτόν. Έξι χρόνια ανεμελιάς, φιλίας, γνώσης και παιχνιδιού. Έτσι το αφηγούμαστε για να μπορούμε να κοιμόμαστε τα βράδια.
Οι δύο πρώτες τάξεις κύλησαν χωρίς αξιοσημείωτες αποκαλύψεις. Κάτι Λόλες, κάτι μήλα, ευτυχώς όχι καρπούζια — η εκπαίδευση σε δόσεις ανώδυνες, σαν παιδικό σιρόπι. Τίποτα που να προδίδει τι ερχόταν. Η αληθινή χαρτογράφηση ξεκίνησε στην Τρίτη Δημοτικού. Όχι της γεωγραφίας, της κοινωνίας.
Δυο δημοτικά σχολεία, δύο κτίρια, ένας προαύλιος χώρος, άπειρη ανάγκη για σύγκρουση. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να γεννηθεί η έννοια του αντιπάλου. Ο απέναντι αρκεί. Από την Τρίτη τάξη γνωρίζαμε ότι τα παιδιά του συστεγαζόμενου σχολείου ήταν “οι άλλοι”. Τους κοιτούσαμε με βλέμμα συνοριακού ελέγχου. Δεν κάναμε φιλίες. Δεν ανταλλάσσαμε τίποτα πέρα από απειλές μεταμφιεσμένες σε αθλητικές αναμετρήσεις.
Στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ δεν παίζαμε για διασκέδαση. Παίζαμε για επιβεβαίωση ύπαρξης. Αν δεν τους κερδίζαμε, ήταν σαν να μικραίναμε. Αν τους κερδίζαμε, για λίγα λεπτά αποκτούσαμε λόγο να υπάρχουμε. Τα κορίτσια, με μια σοφία που τότε παρεξηγούσαμε, δεν ασχολήθηκαν σχεδόν ποτέ. Ίσως είχαν ήδη καταλάβει το μάταιο του πράγματος.
Το σχολείο, υποτίθεται, προσφέρει γνώση, κοινωνικοποίηση, καλλιέργεια. Στην πράξη προσφέρει ταξινόμηση. Η τάξη δεν ήταν χώρος μάθησης, ήταν πίνακας κατάταξης. Ta διαγωνίσματα ήταν οι γύροι πρόκρισης. Ο στόχος απλός: να δουν οι υπόλοιποι τη σκόνη σου.
Εμφανίστηκαν οι πρώτες ετικέτες. “Άριστος”, “φυτό”, “Μέτριος”, “Τούβλο”. Μικρές λέξεις με τεράστια διάρκεια ζωής. Δεν υπήρχε υποβιβασμός — το σύστημα ήταν επιεικές. Ίσως υπερβολικά επιεικές. Κάποιοι πέρασαν τις τάξεις όπως περνάει ο αέρας από άδειο δωμάτιο. Σήμερα είναι ενήλικες με αυτοπεποίθηση χωρίς περιεχόμενο, χαμογελούν όταν μιλάς για την πρώτη Άλωση και τοποθετούν τη Μάλτα κάπου ανάμεσα στη Σικελία και στη φαντασία τους.
Υπήρχε όμως τρόπαιο. Η σημαία. Το ύψιστο έπαθλο της σχολικής αριστείας. Οι παρελάσεις ήταν βαρετές, τα άκαμπτα ρούχα ενοχλητικά, τα παπούτσια ακατάλληλα για τρέξιμο. Μα η σημαία ήταν η απόδειξη ότι κατανόησες τον μηχανισμό και τον υπηρέτησες άψογα. Στην Έκτη Δημοτικού την κράτησα. Έξι χρόνια πειθαρχίας συμπυκνωμένα σε ένα κομμάτι ύφασμα. Εκείνη τη στιγμή νόμιζα πως ανακάλυψα το νόημα του σχολείου. Αργότερα κατάλαβα πως απλώς είχα μάθει να κερδίζω μέσα στους κανόνες που άλλοι έφτιαξαν.
Τα παιδιά του Δημοτικού είναι αθώα μόνο στην επιφάνεια. Κάτω από αυτήν βράζει η ίδια ενέργεια που αργότερα ονομάζουμε ένστικτο. Αγόρια εναντίον κοριτσιών. Ένας πόλεμος χωρίς ιδεολογία, μόνο με ένταση.
Υπήρχε μια κοινωνική οδηγία: “τις γυναίκες δεν τις χτυπάς”. Στα δέκα σου, η οδηγία είναι μελλοντικός χρόνος. Στο παρόν, μετράει η ισορροπία δυνάμεων. Και όταν η περίσταση το απαιτούσε, η ισορροπία αποκαθίστατο με σφαλιάρες, κλωτσιές, σπρωξίματα. Όχι από μίσος, από ανάγκη να μη χάσεις. Η παιδική ηλικία δεν είναι αθώα. Είναι απλώς ανεκπαίδευτη.
Η εικόνα του “ιδεατού παιδιού” παρέμενε ανέπαφη στο σπίτι. Οι γονείς βλέπουν αυτό που αντέχουν να δουν.
Έξι χρόνια Δημοτικού. Λένε πως είναι τα καλύτερα. Ίσως γιατί τότε μαθαίνεις για πρώτη φορά πώς λειτουργεί ο κόσμος — σε μικρογραφία. Εχθροί, ιεραρχία, σύγκρουση, εκμετάλλευση, τρόπαια.

No comments:
Post a Comment