Monday, June 13, 2022

Warrel Dane - Praises to the War Machine (2008)


 Υπάρχουν συγκροτήματα που έχουν ταυτίσει την υπαρξή τους με συγκεκριμένο μέλος, με τρανταχτό παράδειγμα τους Nevermore και τον Warrel Dane. Θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο και για τον Jeff Loomis αλλά ο Dane ήταν η κεντρική ψυχοσύνθεση των Nevermore. Και το εύλογο ερώτημα, όντας η "καρδιά" μίας τέτοιας μπάντας, ποιος ο λόγος να σπαταλήσεις έμπνευση κι ενέργεια σε ένα solo project; Αν υπάρχουν καλλιτεχνικές ανησυχίες που παρεκλίνουν από τον χαρακτήρα της original μπάντας, τις εκφράζεις με ένα "πειραματικό" άλμπουμ (και μαλακία να βγει το άλμπουμ θα πουλήσει με το logo του συγκροτήματος). Από την άλλη, έχουμε δει αμέτρητες φορές να βγαίνουν solo κυκλοφορίες καταξιωμένων καλλιτεχνών που απλά βάζουν στα αυλάκια των βινυλίων ότι σκουπίδι-ιδέα τους έχει περισσέψει κι απλά δεν θέλουν να αμαυρώσουν το όνομα της μπάντας τους, οπότε το κυκλοφορούν ως solo. Με τον καιρό κι όσα έχουμε δει και βιώσει, o κάθε solo δίσκος αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό (κι όχι άδικα). Καλό το fanboyλίκι, αλλά δεν έχουμε και λεφτά για πέταμα να ούμε...


Το Praises to the War Machine του τεράστιου Warrel Dane, μόνο με σκεπτικισμό δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί. Είναι ο ορισμός του solo άλμπουμ, ο άρχοντας των Nevermore θέλει να εκφραστεί αλλιώς, χωρίς να χαμηλώσει τα ποιοτικά στάνταρντ που μας είχε καλομάθει. Με τον Peter Wichers γράφουν μία δισκάρα που ναι μεν δεν είναι Nevermore, αλλά είναι δισκάρα. Οι ηχητικές ομοιότητες (ειδικά στις φωνητικές γραμμές) υπάρχουν, αλλά τα κομμάτια δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται σε Nevermore άλμπουμ (με εξαίρεση το Equilibrium).


Με λιγότερα γκάζια και περιορισμένη οργή, ο Warrel Dane εξακολουθεί να τα χώνει σε πολιτικά συστήματα που καταρρέουν, την οργανωμένη θρησκεία, την αυτοκαταστροφική φύση του ανθρώπου κι εσωτερικά ζητήματα. Οι ταχύτητες και το groove μειώθηκαν κάπως, αλλά ο Dane συνεχίζει το στιχουργικό χεστήρι σε κάθε είδους διεφθαρμένο κερατά.


Από τα δέκα ορίτζιναλ διαμαντάκια, το Brother (γαμάει και δέρνει), το Obey και το Messenger δίνουν το απαιτούμενο added value για να φέρουν τον δίσκο σε επίπεδα εξαιρετικής κυκλοφορίας. Η διασκευές σε Sisters of Mercy (Lucretia) και Simon/Garfunkel (Patterns) δένουν άψογα και προσθέτουν το στοιχείο της έκπληξης. 


Το διπλό βινύλιο της συλλογής μου είναι η ενισχυμένη επανακυκλοφορία με το bonus Everything is Fading (τεράστια κομματάρα) κι ακουστικές live αποδώσεις.


Θεωρώ πως το Praises to the War Machine και το solo του Loomis που βγήκε την ίδια χρονιά, εκτόνωσαν το ατελείωτο σερί μουσικής γαματοσύνης των Nevermore που ρίσκαρε με τον κίνδυνο του εμπορικού συμβιβασμού και της επανάληψης. Φόβοι που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν και με την τεράστια απώλεια του Warrel δεν θα μάθουμε ποτέ τη συνέχεια.

No comments:

Post a Comment